ελληνορωμαϊκή τέχνη

ελληνορωμαϊκή τέχνη
Η ελληνική τέχνη που αναπτύχθηκε στη διάρκεια των ρωμαϊκών χρόνων. Η τέχνη αυτή δεν ταυτίζεται με τη ρωμαϊκή, όπως λανθασμένα έχει υποστηριχθεί. Διαιρείται στις εξής περιόδους: 1. Τέχνη των χρόνων του Αυγούστου (31 π.Χ. – 50 μ.Χ.). Η τέχνη αυτή μιμείται τα κλασικά πρότυπα. 2. Τέχνη της εποχής των Φλαβίων (50-117 μ.Χ.). Τα έργα της διαπνέονται από μια ζωγραφική και νατουραλιστική αντίληψη. 3. Τέχνη της εποχής του Αδριανού (117-150 μ.Χ.). Η τέχνη της περιόδου αυτής χαρακτηρίζεται από την έντονη τάση επιστροφής στις ελληνικές παραδόσεις. 4. Τέχνη της εποχής των Αντωνίνων (150-200 μ.Χ.). Το τέλος της περιόδου αυτής, που τείνει προς τον κλασικισμό, σηματοδότησε την παρακμή της ε.τ. 5. Τέχνη του 3ου αι. μ.Χ. Η περίοδος εμφανίζει σαφή χαρακτηριστικά παρακμής. 6. Τέχνη της όψιμης αρχαιότητας (4ος-6ος αι. μ.Χ.). Η περίοδος αυτή καλύπτει το διάστημα από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου έως εκείνη του Ιουστινιανού. Υποδιαιρείται σε δύο περιόδους. Βασικό χαρακτηριστικό στην αρχιτεκτονική της ε.τ. είναι η χρήση ψημένων τούβλων και αμμοκονιάματος για τη σύνδεση του υλικού, καθώς και η γενίκευση των θόλων και των αψίδων. Αντιπροσωπευτικά δείγματα είναι το Πάνθεο της Ρώμης, η πύλη του Αδριανού και η ροτόντα της Θεσσαλονίκης. Ο τομέας στον οποίο η ε.τ. δεν παρουσίασε σημαντικά έργα είναι η ζωγραφική, παρά τις αξιόλογες τοιχογραφίες που σποραδικά συναντάμε στον ρωμαϊκό χώρο. Αντίθετα, τα ψηφιδωτά προαναγγέλλουν την ακμή που θα γνωρίσει η τέχνη αυτή στα βυζαντινά χρόνια. Συγκεντρωμένα δείγματα ε.τ. σώζονται στο αρχαιολογικό μουσείο της Αλεξάνδρειας στην Αίγυπτο καθώς και σε μουσεία της Ρώμης. O Ποσειδώνας και η Αμφιτρίτη, σε ψηφιδωτό ελληνορωμαϊκής τέχνης (Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι).

Dictionary of Greek. 2013.

См. также в других словарях:

  • παλαιοχριστιανική τέχνη — Η τέχνη που αναπτύχθηκε κατά τους πρώτους 6 αιώνες του χριστιανισμού. Υποδιαιρείται σε δύο περιόδους, με διαχωριστικό όριο το 330 μ.Χ., χρονολογία που ιδρύθηκε η Κωνσταντινούπολη. Η πρώτη περίοδος ήταν δύσκολη για τους πιστούς της νέας θρησκείας· …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Τέχνη (Αρχαιότητα) — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ Η απαρχή της αρχαίας ελληνικής τέχνης τοποθετείται συνήθως περί το 1100 π.Χ., μετά την κάθοδο των Δωριέων. Μετά την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β’ και την ανάγνωση των πινακίδων των ανακτόρων της Πύλου, των Μυκηνών, των… …   Dictionary of Greek

  • Γκουζόν, Ζαν — (Jean Goujon, Νορμανδία 1510; – Μπολόνια περ. 1565). Γάλλος γλύπτης και αρχιτέκτονας. Γνωστός ήδη για την εργασία του στη Ρουάν (σχέδια για τη μητρόπολη και την εκκλησία του Σεν Μακλού), έφτασε στο Παρίσι πιθανώς το 1541, όπου εργάστηκε υπό τη… …   Dictionary of Greek

  • κύπρος — I Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Μεσογείου. Βρίσκεται Δ της Συρίας και Ν της Τουρκίας.Η Κ. είναι το τρίτο σε μέγεθος νησί της Μεσογείου και ανήκει γεωγραφικά μεν στη Μικρά Ασία, πολιτικά όμως στην Ευρώπη. Ο πληθυσμός της είναι 80% Ελληνοκύπριοι …   Dictionary of Greek

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • Αφρική — Μία από τις πέντε ηπείρους. Βρίσκεται στο ανατολικό ημισφαίριο, στα νότια της Ευρώπης και στα δυτικά της Ασίας. Μολονότι αποτελεί μέρος, μαζί με την Ευρώπη και την Ασία, της Αρχαίας Ηπείρου, η απέραντη αυτή ήπειρος διαφέρει ουσιαστικά από αυτές,… …   Dictionary of Greek

  • αρχιτεκτονική — Επιστήμη που αναφέρεται στην τέχνη της οικοδομικής και στους διάφορους ρυθμούς της. Ο όρος, στην ευρύτερη έννοιά του, σημαίνει την τεχνική και την επιστήμη της κατασκευής. Όπως δείχνει η ετυμολογία του, ο όρος αρχιτέκτονας προϋπέθετε, ήδη στην… …   Dictionary of Greek

  • Αριστοτέλης — I (Στάγειρα Χαλκιδικής 384 π.Χ. – Χαλκίδα 322 π.Χ.).Φιλόσοφος. Γιος του Νικόμαχου, προσωπικού γιατρού του βασιλιά της Μακεδονίας Αμύντα Γ’, ορφανός από πολύ νωρίς, ανατρέφεται από τον Πρόξενο τον Αταρνέα. Το 367 π.Χ., σε ηλικία δεκαεπτά ετών,… …   Dictionary of Greek

  • Νορβηγία — Κράτος της βόρειας Ευρώπης, στη Σκανδιναβία. Συνορεύει Α με τη Σουηδία, ΒΑ με τη Φινλανδία και τη Ρωσία, Β βρέχεται από τη θάλασσα Μπάρεντς και Δ από τον Ατλαντικό ωκεανό.H Ν. (της οποίας η ονομασία, Nόργκε ή Nοργκ σημαίνει δρόμος του βορρά),… …   Dictionary of Greek

  • Γαλατία — I (λατ. Gallia). Ονομασία που έδωσαν οι Ρωμαίοι στις χώρες όπου κατοικούσαν τα κελτικά φύλα των Γαλατών τόσο στη δυτική Ευρώπη (μεταξύ Ρήνου, Ατλαντικού ωκεανού, Πυρηναίων, Μεσογείου και Άλπεων), τη λεγόμενη εκείθεν των Άλπεων Γ. (Gallia… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»